προϊστάμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προϊστάμενος προϊστάμενοι
γενική προϊσταμένου
& προϊστάμενου
προϊσταμένων
& προϊστάμενων
αιτιατική προϊστάμενο προϊσταμένους
& προϊστάμενους
κλητική προϊστάμενε προϊστάμενοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προϊστάμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος προΐσταμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προϊστάμενος αρσενικό, προϊσταμένη θηλυκό

ζήτησα άδεια από τους προϊσταμένους μου στο γραφείο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]