Μετάβαση στο περιεχόμενο

faute

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
faute fautes

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

faute (fr) θηλυκό

  1. το λάθος, το σφάλμα
  2. το φταίξιμο
  3. η αμαρτία
  4. το παράπτωμα