Μετάβαση στο περιεχόμενο

fonderie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fonderie fonderies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fonderie (fr) θηλυκό