freezing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | freezing |
| συγκριτικός | more freezing |
| υπερθετικός | most freezing |
freezing (en)
- (και freezing cold) παγωνιά, παγώνω, πολύ κρύος, κρυώνω πολύ
It’s freezing that’s why I’m not going out today.
- Κάνει παγωνιά για αυτό δε θα βγω σήμερα.
My hands were freezing.
- Πάγωσαν τα χέρια μου.
Close the window, because we are going to be freezing cold.
- Κλείσε το παράθυρο, γιατί θα παγώσουμε.
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) που έχει θερμοκρασίες κάτω από 0° Κελσίου
The streets are dangerous due to the freezing weather.
- Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι λόγω της παγωνιάς.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- το σημείο πήξης, 0° Κελσίου, η θερμοκρασία στην οποία το νερό παγώνει
The sample for analysis is cooled to a temperature approaching freezing.
- Το προς ανάλυση δείγμα ψύχεται σε θερμοκρασία που προσεγγίζει το σημείο πήξης.
- ≈ συνώνυμα: freezing point
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]freezing (en)