fumigate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fumigate < λατινική fumigatus < fumigare < fumus

Open book 01.svg Ρήμα μεταβατικό[επεξεργασία]

fumigate

  • απολυμαίνω με καπνό
  • καπνίζω, περιβάλλω κάτι με καπνό

Συνώνυμα[επεξεργασία]