Μετάβαση στο περιεχόμενο

généraliste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
généraliste généralistes

généraliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό


Συνώνυμα

[επεξεργασία]


Αντώνυμα

[επεξεργασία]