spécialiste

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

spécialiste < spécial

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
spécialiste spécialistes

spécialiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ειδικός, σπεσιαλίστας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: spécial