géographe
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| géographe | géographes |
géographe (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- η / ο γεωγράφος
| ενικός | πληθυντικός |
| géographe | géographes |
géographe (fr) αρσενικό ή θηλυκό