gamma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
gamma gammas

gamma (fr) αρσενικό

  1. γάμμα



Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gamma (pl) θηλυκό

  1. το γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: γάμα