gaz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

gaz 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gaz (fr)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɡas/
gaz 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gaz (pl) αρσενικό

  1. (φυσική), (στρατός), (κοινά) το αέριο
  2. το γκάζι με τις έννοιες:
    γενική ονομασία αερίων που χρησιμοποιούνται σαν καύσιμο
    το πετάλι της επιτάχυνσης στα αυτοκινούμενα οχήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]