επιτάχυνση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιτάχυνση επιταχύνσεις
γενική επιτάχυνσης
& επιταχύνσεως
επιταχύνσεων
αιτιατική επιτάχυνση επιταχύνσεις
κλητική επιτάχυνση επιταχύνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτάχυνση < μεσαιωνική ελληνική ἐπιτάχυνσις < ἐπιταχύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιτάχυνση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιταχύνω, η αύξηση ταχύτητας ενός αντικειμένου, μιας διαδικασίας κλπ.
  2. μεταβολή στο μέτρο ή την κατεύθυνση του διανύσματος της ταχύτητας ενός σώματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]