Μετάβαση στο περιεχόμενο

goinfrerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
goinfrerie goinfreries

goinfrerie (fr) θηλυκό