Μετάβαση στο περιεχόμενο

gola

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gola gole

gola (it) θηλυκό