grand-mère
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| grand-mère | grand-mères |
grand-mère (fr) θηλυκό (αρσενικό grand-père)
| ενικός | πληθυντικός |
| grand-mère | grand-mères |
grand-mère (fr) θηλυκό (αρσενικό grand-père)