Μετάβαση στο περιεχόμενο

groin

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

groin (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
groin < Μαρτυρείται από τον 12ο αιώνα < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική gruing < λατινική grunium[1]. Συγγενή: ιταλική grugno.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡʁwɛ̃/
τυπογραφικός συλλαβισμός: groin

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
groin groins

groin (fr) αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. groin - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé