groseille

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

groseille 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

groseille (fr)

  1. φραγκοστάφυλο
  2. (κατ’ επέκταση) έντονο σκούρο ροζ χρώμα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
groseille groseille

groseille (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. που έχει έντονο σκούρο ροζ χρώμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]