grotesque

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γελοίος, αλλόκοτος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque (fr) αρσενικό

  • κάτι το γελοίο ή αλλόκοτο