ground floor
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ground floor | ground floors |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]ground floor (en)
- το ισόγειο
The elevator takes us down to the ground floor.
- Το ασανσέρ μάς κατεβάζει έως το ισόγειο.