Μετάβαση στο περιεχόμενο

ground floor

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ground floor ground floors

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ground floor <  δείτε τις λέξεις ground και floor

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ground floor (en)

  • το ισόγειο
    παράδειγμα  The elevator takes us down to the ground floor.
    Το ασανσέρ μάς κατεβάζει έως το ισόγειο.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]