Μετάβαση στο περιεχόμενο

grupigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grupigi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα grupigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας grupigas grupiganta grupigata
αόριστος grupigis grupiginta grupigita
μέλλοντας grupigos grupigonta grupigota
υποθετική grupigus - -
προστακτική grupigu - -

grupigi (eo)