guru

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

guru (en)

  1. γκουρού



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɡu.ru/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

guru (pl) αρσενικό άκλιτο

  1. ο γκουρού