Μετάβαση στο περιεχόμενο

hébraïque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.bʁa.ik/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hébraïque hébraïques

hébraïque (fr) αρσενικό ή θηλυκό