habilidoso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό habilidoso habilidosos
θηλυκό habilidosa habilidosas

habilidoso (pt)

  1. επιτήδειος