hack

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hack (en)

  1. (πληροφορική) εισβάλλω σε άλλο σύστημα, χακάρω
  2. πετσοκόβω, κατακρεουργώ, τεμαχίζω
  3. κάνω κολπάκι που αποτελεί αντισυμβατική λύση, δεν τηρώ προδιαγραφές, βολεύομαι με προχειρότητα της στιγμής
  4. βήχω δυνατά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hack (en) ουδέτερο

  1. (πληροφορική) η διαδικασία της εισβολής σε άλλο σύστημα
  2. άλογο βόλτας, όχι κορυφαίο, για χαλαρή ιππασία