herdeiro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό herdeiro herdeiros
θηλυκό herdeira herdeiras

herdeiro (pt)

  1. κληρονόμος