herpétologique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| herpétologique | herpétologiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]herpétologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| herpétologique | herpétologiques |
herpétologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό