hull

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hull (en)

  1. ο εξωτερικός φλοιός ενός καρπού, η φλούδα
  2. ο σκελετός ενός πλοίου ή αεροπλάνου, το κύτος, το σκαρί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

hull (en)