Μετάβαση στο περιεχόμενο

illude

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: elude, allude

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας illude
γ΄ ενικό ενεστώτα illudes
αόριστος illuded
παθητική μετοχή illuded
ενεργητική μετοχή illuding

illude (en)