Μετάβαση στο περιεχόμενο

in short

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in short <  δείτε τις λέξεις in και short

Έκφραση

[επεξεργασία]

in short (en)