Μετάβαση στο περιεχόμενο

inapaisable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inapaisable < in- + apaisable

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inapaisable inapaisables

inapaisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό