incarcerate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

μέσα του 16ου αιώνα (νωρίτερα (ύστερα μεσοαγγλικά-Middle English) ως σύγχρονο incarceration-φυλάκιση ): από μεσαιωνικά λατινικά incarcerat- ‘φυλακισμένος’, από το ρήμα incarcerare - φυλακίζω, από in- ‘into’ (εντός, ενδο-, εσω- μέσα) + λατινικά carcer ‘φυλακή’.

Προφορά[επεξεργασία]

/ɪnˈkɑːsəreɪt/

Ρήμα μεταβατικό[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

φυλακίζω[επεξεργασία]
περιορίζω[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • free βλέπε και συνώνυμά του [αναζήτησε στο Google επιλέγοντας την αγγλική γλώσσα: "define free"]
  • release βλέπε και συνώνυμά του [αναζήτησε στο Google επιλέγοντας την αγγλική γλώσσα: "define release"]