Μετάβαση στο περιεχόμενο

infécondité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
infécondité infécondités

infécondité (fr) θηλυκό