στειρότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στειρότητα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στειρότητα θηλυκό
- έλλειψη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στειρότητα
|