Μετάβαση στο περιεχόμενο

inherently

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός inherently
συγκριτικός more inherently
υπερθετικός most inherently

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inherently < inherent + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

inherently (en)

  • έμφυτα, εγγενώς, από την φύση του
    παράδειγμα  He is inherently curious about the world.
    Είναι έμφυτα περίεργος για τον κόσμο.
    παράδειγμα  Man is an inherently social being.
    Ο άνθρωπος είναι εγγενώς κοινωνικό ον.
    παράδειγμα  Her job is inherently dangerous/tedious.
    Η δουλειά της είναι από τη φύση της επικίνδυνη/κουραστική.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη intrinsically