inherently
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | inherently |
| συγκριτικός | more inherently |
| υπερθετικός | most inherently |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]inherently (en)
- έμφυτα, εγγενώς, από την φύση του
He is inherently curious about the world.
- Είναι έμφυτα περίεργος για τον κόσμο.
Man is an inherently social being.
- Ο άνθρωπος είναι εγγενώς κοινωνικό ον.
Her job is inherently dangerous/tedious.
- Η δουλειά της είναι από τη φύση της επικίνδυνη/κουραστική.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη intrinsically