innately
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | innately |
| συγκριτικός | more innately |
| υπερθετικός | most innately |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]innately (en)
- έμφυτα, εγγενώς
He is innately curious about the world.
- Είναι έμφυτα περίεργος για τον κόσμο.
Freedom is innately necessary for happiness.
- Η ελευθερία είναι εγγενώς αναγκαία για την ευτυχία.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη intrinsically