nature
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nature (en)
- (μη μετρήσιμο) η φύση, όλα τα φυτά, τα ζώα και τα πράγματα που υπάρχουν στο σύμπαν που δεν είναι φτιαγμένα από ανθρώπους
We left the city and went out into nature.
- Αφήσαμε την πόλη και βγήκαμε έξω, στη φύση.
Industries pollute/contaminate nature.
- Οι βιομηχανίες ρυπαίνουν/μολύνουν τη φύση.
Natural sciences is the study of nature.
- Οι φυσικές επιστήμες μελετούν τη φύση.
- (μη μετρήσιμο) η φύση, ο τρόπος που συμβαίνουν τα πράγματα στον φυσικό κόσμο όταν δεν ελέγχεται από ανθρώπους
the secrets/forces/laws of nature - τα μυστικά/οι δυνάμεις/οι νόμοι της φύσης
Leave it to nature!
- Ασ' το στη φύση!
Let nature take its course.
- Ασ' τη φύση να τραβήξει το δρόμο της.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η φύση, ο χαρακτήρας, ο συνήθης τρόπος που συμπεριφέρεται ένα άτομο ή ένα ζώο που είναι μέρος του χαρακτήρα τους
He can’t hide/change his nature.
- Δεν μπορεί να κρύψει/να αλλάξει τη φύση του.
It’s against my nature.
- Είναι αντίθετο στη φύση μου.
His job is dangerous/tiring/difficult by nature.
- Η δουλειά του είναι από τη φύση της επικίνδυνη/κουραστική/δύσκολη.
It is in a bird’s nature to fly.
- Είναι στη φύση ενός πουλιού να πετάξει.
It’s not in his nature to lie.
- Δεν είναι στη φύση του να ψεύδεται.
Her contemplative nature makes her think deeply before making decisions.
- Ο συλλογισμένος χαρακτήρας της την κάνει να σκέφτεται βαθιά πριν πάρει αποφάσεις.
- (μόνο ενικός) η φύση, οι βασικές ιδιότητες κάτι
The nature of his job doesn’t allow him to go on vacations.
- Η φύση της δουλειάς του δεν του επιτρέπει να κάνει διακοπές.
Measures of an economic/political nature were taken.
- Πάρθηκαν μέτρα οικονομικής/πολιτικής φύσεως.
Issues general in nature were discussed.
- Συζητήθηκαν θέματα γενικής φύσεως.
Her job is by its nature dangerous/tiring.
- Η δουλειά της είναι από τη φύση της επικίνδυνη/κουραστική.
It's difficult to define the exact nature of the problem.
- Είναι δύσκολο να ορίσει κανείς την ακριβή φύση του προβλήματος.
Chemists study the nature of gases.
- Οι χημικοί μελετούν τις ιδιότητες των αερίων.
- (μόνο ενικός) το είδος
I’m not interested in things of this nature.
- Δεν με ενδιαφέρουν πράγματα αυτού του είδους.
Πηγές
[επεξεργασία]- nature - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 953. ISBN 9780194325684., λήμμα: φύση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nature | natures |
nature (fr)
- η φύση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]nature (eo)