Μετάβαση στο περιεχόμενο

inode

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

inode (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • inode στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. (αγγλικά) Inode. Προσπέλαση 2020-04-08