inquietação

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

inquietação (pt) < inquietatio , onis

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

inquietação (pt) θηλυκό

  1. η ανησυχία, η νευρικότητα, η διέγερση
  2. η έλλειψη ειρήνης, γαλήνης, ηρεμίας