Μετάβαση στο περιεχόμενο

intempérance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intempérance intempérances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intempérance (fr) θηλυκό