ακράτεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακράτεια ακράτειες
γενική ακράτειας ακρατειών
αιτιατική ακράτεια ακράτειες
κλητική ακράτεια ακράτειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακράτεια <
  1. αρχαία ελληνική ἀκράτεια
  2. ἐκράτεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική incontinence

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακράτεια θηλυκό

  1. (λόγιο) η ιδιότητα αυτού που δεν μπορεί να ελέγξει τα πάθη του
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: εγκράτεια
  2. (ιατρική) η πάθηση ασθενούς ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατήσει τις απεκκρίσεις
  3. (ειδικότερα) η ακράτεια ούρων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]