Μετάβαση στο περιεχόμενο

intenzione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intenzione intenzioni

intenzione (it) θηλυκό