Μετάβαση στο περιεχόμενο

intercepteur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intercepteur intercepteurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intercepteur (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]