interpolate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

interpolate (en)

  • παρεμβάλλω παράγω ενδιάμεση πληροφορία ως συνδυασμό άλλων αρχείων ή δεδομένων