Μετάβαση στο περιεχόμενο

introversion

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
introversion introversions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

introversion (fr) θηλυκό