Μετάβαση στο περιεχόμενο

irruption

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
irruption irruptions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

irruption (fr) θηλυκό