εισβολή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εισβολή | οι | εισβολές |
| γενική | της | εισβολής | των | εισβολών |
| αιτιατική | την | εισβολή | τις | εισβολές |
| κλητική | εισβολή | εισβολές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εισβολή < αρχαία ελληνική εἰσβολή < εἰσβάλλω < εἰς + βάλλω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εισβολή θηλυκό
- η ενέργεια του εισβάλλω
- η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κατάκτηση
- ※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 )
Η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974
- η αιφνίδια και ορμητική είσοδος σε ένα χώρο
Εισβολή αποστράτων στο Άμυνας - Διαμαρτυρία για τις συντάξεις * Χρειάστηκε η παρέμβαση του αρχηγού ΓΕΣ για να απομακρυνθούν. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011)
- (πληροφορική) η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε ένα δίκτυο υπολογιστών
εισβολή στους διακομιστές της εταιρείας Χ χτες από ομάδα χάκερ
- (μεταφορικά)
η εισβολή ξένων λέξεων στο νεοελληνικό λεξιλόγιο
- η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κατάκτηση