jaillissement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
jaillissement jaillissements

jaillissement (fr) αρσενικό

  1. η ανάβλυση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]