Μετάβαση στο περιεχόμενο

jeans

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
jeans < πληθυντικός αριθμός του jean

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

jeans (en)

  • το τζιν παντελόνι
    παράδειγμα  The shop assistant showed her to the changing room to try on the jeans.
    Η πωλήτρια την οδήγησε στο δοκιμαστήριο για να δοκιμάσει το τζιν.



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

jeans (pt) αρσενικό άκλιτο