jeopardy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jeopardy (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

danger, peril; at risk; endangerment, imperilment, insecurity; perilousness, riskiness, precariousness, uncertainty, instability, vulnerability, threat, menace