jugular
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]jugular (en)
- σχετικός με τον λαιμό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]jugular (en)
- η σφαγίτιδα (φλέβα)
- (μεταφορικά) οποιοδήποτε κρίσιμο ευπαθές σημείο
jugular (en)
jugular (en)