Μετάβαση στο περιεχόμενο

kinésithérapeute

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
kinésithérapeute kinésithérapeutes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kinésithérapeute (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]